theologosprosfora

Μοναστήρι

Η Σταυροπηγιακή Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου
Μαλεσίνας

 

Γράφει ο Κώστας Β. Καραστάθης  

1. Θ έ σ η :  
Η Βυζαντινή Σταυροπηγιακή Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνας βρίσκεται στα βορειανατολικά της Μαλεσίνας και  σ' απόσταση ενός χιλιομέτρου απ' αυτή, σε πευκόφυτη τοποθεσία μέ υψόμετρο 200 μ., που παρέχει πλούσια και πανοραμική τη θέα της γύρω περιοχής, αλλά και του Βόρειου  Ευβοϊκού, της  Βόρειας  Εύβοιας και της Οπουντίας Λοκρίδας.    

Σ' αυτήν την ξέχωρη γωνιά της Ανατολικής Λοκρίδας, ριζωμένο βαθιά στο χρόνο, το μοναστήρι ζει τις δόξες, τις πίκρες και τους αγώνες του ελληνικού έθνους και συντροφεύει τους ανθρώπους της περιοχής σε λύπες και χαρές. Αιώνες ο σταυρός στο θόλο του ναού του βιγλίζει από εκεί ψηλά τα πλειούμενα του Ευβοϊκού. Εκατοντάδες χρόνια και το καντηλάκι του Αγίου ιλαρύνει τη βαριόθυμη ψυχή του διαβατάρη ναυτικού, θερμαίνει και δυναμώνει την ελπίδα του μεροκαματιάρη ψαρά, γιγαντώνει τη θέληση και τη δύναμη του ναυαγού, που στην άνισο αγώνα του με τα κύματα, απιθώνει κάθε ελπίδα του στον ‘Αγιο.  

Από τους σεισμούς του 1894 καταστράφηκε ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα της ιστορικής Μονής, πλην του Καθολικού της,  για το οποίο γίνεται ευρύτατος λόγος παρακάτω, αλλά και εκείνο λόγω των πολλών ζημιών του κατέστη ακατάλληλο για τη θεία λατρεία. Έτσι το μοναστήρι ξαναχτίστηκε από την αρχή λίγες δεκάδες μέτρα πιο πέρα, σε στερεότερο τόπο. Τα εγκαίνια του Καθολικού  της νέας Μονής έγιναν στις 23 Απριλίου 1920.  

2) Ιστορικά  στοιχεία του Μοναστηριού.  
Για τη χρονολογία ιδρύσεως του Μοναστηριού δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες. Ο τελευταίος ηγούμενος του Μοναστηριού (ως ανδρικού) μακαριστός Ανδρόνικος Πετράκος, πού εκοιμήθη το 1959, τελευταίος κρίκος στη μακροχρόνια αλυσσίδα της ζωντανής παράδοσης του Μοναστηριού, είχε διαβεβαιώσει τό γράφοντα, ότι το Μοναστήρι ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα.  

Σύμφωνα με μια τοπική παράδοση, δυο μοναχοί, που είχαν φτάσει στη Μαλεσίνα από το Άγιον Όρος για έρανο, πληροφορήθηκαν για τη συχνή εμφάνιση φωτεινού σημείου τις νύχτες σ' ένα βάτο της περιοχής. Επισκέφτηκαν τον τόπο, είδαν το σημείο και παράμειναν εκεί για πάντα, ιδρύοντας το Μοναστήρι της Παναγίας, που από την τότε ονομασία της περιοχής επονομάστηκε Παναγία της Μελινίτσας. Η αρχική αφιέρωση στην Παναγία επιβεβαιώνεται από τη διασωζόμενη επιγραφή πάνω από το παράθυρο του κυρίως ναού, για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω, αλλά και από τις επισημειώσεις, που υπάρχουν πάνω στα πανάρχαια χειρόγραφα βιβλία της Μονής, τα διασωζόμενα σήμερα στην Εθνική Βιβιοθήκη -Τμήμα Χειρογράφων.  

Ο χρόνος που χρειάστηκε να χτιστεί το Μοναστήρι, είχε πολύ μεγάλη διάρκεια, μας πληροφορεί μι’  άλλη παράδοση. Το αλάτι μονάχα που χρειάστηκε να ξοδευτεί σ' αυτό το διάστημα έφτασε τα τριακόσια κοιλά .(Σημειωτέον ότι ένα κοιλό ισοδυναμούσε με 24 οκάδες ή τριάντα χιλιόγραμμα).  

Η Μονή είναι σταυροπηγιακή, όπως γίνεται γνωστό από την επιγραφή, από τα δυο διασωζόμενα πατριαρχικά σιγίλλια και από τις επισημειώσεις στα παλιά βιβλία της Μονής.  

Η αλλαγή στην καθιέρωση επήλθε στίς αρχές της Τουρκοκρατίας. Ήδη στους τούρκικους φορολογικούς καταλόγους του 1540 γίνεται λόγος πλέον για Μοναστήρι Αγίου Γεωργίου.  

Για τις αιτίες αυτών των αλλαγών τίποτε ασφαλώς δεν είναι γνωστό. Μια παλιά παράδοση στη Μαλεσίνα κάνει λόγο για το όραμα ενός φωτεινού μελισσοκόφινου, που έβλεπαν συχνά οι κάτοικοι νά έρχεται από τη μεριά του Αγίου Γεωργίου της Χιλιαδούς – περιοχής που ανήκει στή Μαλεσίνα -και να σβύνει πάνω από το Μοναστήρι τους. Ίσως αυτό το όραμα θεωρήθηκε θέληση του Αγίου. Ίσως η καταστροφή του Καθολικού στις μέρες της Αλώσεως και η ανέγερση παρεκκλησίου του Αγίου Γεωργίου, είχε σαν αποτέλεσμα την αφιέρωση και του Καθολικού της Μονής στον Άγιο Γεώργιο μετά την ανακαίνισή του στις αρχές του δέκατου έκτου αιώνα. 

Άλλωστε σε μια τέτοια αλλαγή θα συνηγορούσε πολύ και ο αναμφισβήτητος σεβασμός -μαζί και ο φόβος – των κατακτητών προς τον καβαλάρη Άγιο των χριστιανών.  

Αλλαγή υπάρχει επίσης και στην επωνυμία της Μονής, που όλα δείχνουν πως και αυτή ακολούθησε τη μετωνυμία του χωριού από Μελινίτσα σε Μαλεσίνα, ονομασία, που επέβαλαν οι έποικοι Βορειοηπειρώτες από το επικρατούν μεταξύ αυτών επώνυμο "Μαλέσης".  

Κατά τη διάρκεια της σκλαβιάς η Μονή του Αγίου Γεωργίου, όπως άλλωστε και όλα τα μοναστήρια του ελληνικού χώρου, υπήρξε και αυτό για τους κατοίκους των γύρω χωριών το μόνιμο αποκούμπι και το καταφύγιο των κατατρεγμένων, η άσβεστη θρυαλλίδα της ελληνικής συνειδήσεως, η αγρυπνούσα μνήμη του Έθνους. Με την πλούσια βιβλιοθήκη της και τους φωτισμένους πατέρες της ήταν το πνευματικό κέντρο ολόκληρης της Λοκρίδας. Απόμακρα από τα τούρκικα κέντρα, που βρίσκονταν στη Χαλκίδα και την Αταλάντη, στήριζε την πίστη του σκλάβου στο Χριστό και αναφτέρωνε την ελπίδα του για την ανάσταση του  Γένους.  

Κατά την Εθνεγερσία η Μονή ήταν ο επαναστατικός πυρήνας της Ανατολικής Λοκρίδας. Διατελούσε κάτω από τη σκιά του μεγάλου ντόπιου οπλαρχηγού Οδυσσέα Ανδρούτσου και την ξάγρυπνη προστασία του Μαλεσιναίου μικροκαπετάνιου Γιάννη Ριτσογιάννη, του οποίου την ανδρεία μνημονεύει ο λαός της Μαλεσίνας ακόμα και σήμερα με την παροιμιώδη έκφραση: "Κόβει σαν την πάλα του Ριτσογιάννη".  

Οι Τούρκοι στην αρχή του Αγώνα, σύμφωνα με έγγραφες μαρτυρίες της εποχής, ήρθαν από την Αταλάντη, κατέλαβαν το Μοναστήρι και το πυρπόλησαν, μα οι κάτοικοι της Μαλεσίνας με αρχηγό τους το Γιάννη Ριτσογιάννη κατάφεραν να διώξουν τους Τούρκους, να σβύσουν τις φωτιές και να σώσουν το Καθολικό του.  

Μετά την Απελευθέρωση, που οι Βαυαροί του Όθωνα κατάργησαν εκατοντάδες μοναστήρια του ελλαδικού χώρου (1833), το Μοναστήρι της Μαλεσίνας ήταν ένα από τα τρία στο νομό  Φθιώτιδας που παρέμειναν σ' ενέργεια.  

Ολόκληρη η Λοκρίδα σε χαλεπούς καιρούς κατέφευγε στη Μονή της Μαλεσίνας. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του δημάρχου Δαφνησίων (Λιβανάτες), που στα 1866 με έγγραφό του προς τον ηγούμενο ζητάει την αποστολή των λειψάνων του Αγίου "ένεκα ενσκηψάσης νόσου της μηνιγγίτιδος". Τα θαύματα του Αγίου ήταν αναρίθμητα και τα τάματα και οι  δωρεές των πιστών προς το Μοναστήρι το ίδιο.  

 Το Μοναστήρι στις αρχές του 20ού αιώνα είχε τεράστια περιουσία. Είχε κτήματα στη Μαλεσίνα, στο Μαρτίνο, στη Λάρυμνα, στο Προσκυνά, στο Παύλο, στο Λούτσι, στον Πύργο, στην Αταλάντη, στον Άγιο Κωνσταντίνο. Το μετόχι του στη Δέντρη μονάχα έφτανε τα 2650 στρέμματα καλλιεργήσιμα χωράφια, 83 στρέμματα αμπέλια, 18722 στρέμματα λιβάδια! Το μετόχι αυτό, που το μνημονεύει κι ο Μελέτιος στη Γεωγραφία του (1728), απαλλοτριώθηκε από τον ΟΔΕΠ το 1931 και διαμοιράστηκε στους αγρότες των γύρω χωριών. Μικρότερα μετόχια διατηρούσε σ' όλα τα γύρω χωριά, που τελικά και αυτά απαλλοτριώθηκαν από τον ΟΔΕΠ. Η περιουσία του Μοναστηριού σήμερα είναι όση περίπου ενός μέσου αγρότη της Μαλεσίνας.  

Το 1923 ιδρύθηκε στο Μοναστήρι Εκκλησιαστική Σχολή, η οποία, ύστερα από λειτουργία δύο χρόνων, μεταφέρθηκε στη Λαμία. Το 1952 το Μοναστήρι παραχώρησε στο Υπουργείο Παιδείας δεκαοχτώ στρέμματα από την παρακείμενη πευκόφυτη έκτασή του για την ίδρυση Μαθητικής Κατασκηνώσεως. Στην δεκαετία του 1980 παραχώρησε  εκταση για τη δημιουργία αθλητικών χώρων της Μαλεσίνας.  

Το 1957 το Μοναστήρι μετατράπηκε σε γυναικείο και ως τέτοιο λειτούργησε ομαλά μέχρι το 1973, που οι δυο μοναχές αποχώρησαν με τη θέλησή τους. Επακολούθησε μια περίοδος αρρυθμίας στη λειτουργία του ως το 1987. Στα 1988 στελεχώθηκε από τρεις μοναχές και έκτοτε λειτουργεί ως γυναικείο. Ηγουμένη είναι  σήμερα η Θεολογία Κράλη.  

Σ' αυτά τα τελευταία δώδεκα χρόνια, οι μοναχές, παράλληλα προς το αξιόλογο πνευματικό και κοινωνικό έργο τους, πρόσθεσαν στο Καθολικό και πρόναο και υπόγειο παρεκκλήσιο. Έχτισαν νέα πτέρυγα στην ανατολικη πλευρά του (αρχονταρίκι, τράπεζα , κελλιά κλπ), ανακαίνισαν παλιό κτίσμα για χώρο βιβλιοθήκης και πνευματικών εκδηλώσεων και προωθούν με γοργούς ρυθμούς τη μετασκευή άλλου παλιού κτίσματος σε ξενώνα.. Κατασκεύασαν επίσης δεξαμενή για την αποθήκευση νερού και διενέργησαν γεώτρυση για την επαρκή ύδρευση της Μονής και δεντροφύτεψαν και εξωράισαν τον αύλειο και τον περιβάλλοντα χώρο της Μονής.  

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος "Όμιλος για τη διάσωση του Βυζαντινού Ναού της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνας", που ιδρύθηκε το 1992, με χρήματα που εξοικονόμησε από κρατικές, κυρίως, αλλά και ιδιωτικές πηγές, προέβη σε μια σειρά εργασιών, υπό την επίβλεψη της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και την εποπτεία της Υπηρεσίας Αναστηλώσεως Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού στους χώρους και τά κτίσματα της παλαιάς μονής: αποψίλωσε τον περιβάλλοντα χώρο από τούς θάμνους, καθάρισε τα μπάζα, που δημιούργησε ο καταστροφικός σεισμός του 1894,  επισκεύασε τη στέγη του ναού και, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, ανέθεσε σε εργολάβο την εκτέλεση των εργασιών συντηρήσεως των γύρω από το παλαιό Καθολικό κτισμάτων (τσιμεντενέματα κλπ.). Με τις ενέργειες εξάλλου του ίδιου Συλλόγου και την από πλευράς του κατάρτιση οικονομικοτεχνικής μελέτης, γίνονται από το κράτος σήμερα σημαντικές εργασίες διασώσεως και αποκαταστάσεως του ιστορικού Καθολικού.  

3)  Ο Βυζαντινός Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνας ( Αρχικά Υπεραγίας Θεοτόκου Μελινίτσας)    
α) Περιγραφή του ιστορικού  ναού  

Ό,τι απομένει σήμερα από το παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνας είναι το ημικατεστραμμένο Καθολικό του ενμέσω των ερειπίων του διώροφου οικοδομικού συγκροτήματος, που το περιέβαλε. Το παλιό Καθολικό του Μοναστηριού πριν από τους καταστροφικούς σεισμούς του 1894 ήταν ένας λαμπρός ναός, σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλλο του σύνθετου τετρακιόνιου τύπου. Χωριζόταν στο τριμερές Ιερό, τον κυρίως ναό και το νάρθηκα.   

α. Στο τριμερές Ιερό, που σώζεται σχεδόν ακέραιο, η Πρόθεση και το Διακονικό χωρίζονται από το Άγιο Βήμα με τοίχους, αλλ’ επικοινωνούν με πυλίδες. Το καθένα από τα τρία μέρη του αποτελείται από ορθογώνιο τμήμα  και μια εσωτερικά ημικυλινδρική (εξωτερικά τρίπλευρη) κόγχη, που άλλοτε καλυπτόταν με ημικυλινδρική  καμάρα, χαμηλότερη από τις καμάρες και τα σταυροθόλια του σταυρικού τετραγώνου στον κυρίως ναό. Το τριμερές Ιερό βγήκε από τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1894 με τις λιγότερες απώλειες. Οι τοίχοι του, από το ύψος που αρχίζουν οι καμάρες και κάτω, έμειναν απείραχτοι. Το ίδιο  κι οι τοίχοι που χωρίζουν την Πρόθεση και το Διακονικό από το Άγιο Βήμα, καθώς και οι δυο πυλίδες της. Και έχουν διασώσει πολλές τοιχογραφίες.  

β. Στον κυρίως ναό διακρίνονταν τα εννέα διαμερίσματα, που αντιστοιχούσαν στο σταυρικό τετράγωνο της στέγης, δηλαδή του (οκταγωνικού, πιθανότατα) τρούλλου, των τεσσάρων κυλινδρικών καμαρών (σκέλη του σταυρού) και των τεσσάρων γωνιακών διαμερισμάτων του τετραγώνου, τα οποία καλύπτονταν με χαμηλότερες οροφές (σταυροθόλια). Οι σεισμοί του 1894 κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τη στέγη και το δυτικό τοίχο.  

γ. Στο νάρθηκα τέλος, που ισοπεδώθηκε ολοκληρωτικά από τους σεισμούς.  

Εξωτερικά το κάτω μέρος του τοίχου των τριών κογχών μέχρι την προεξέχουσα πώρινη ταινία στο ύψος των παραθύρων του Ιερού, είναι κτισμένο κατά το πλινθοπερίβλητο σύστημα. Από εκεί και πάνω έχει δομηθεί με λειασμένους και ορθογωνισμένους πωρόλιθους, όπως γίνεται στο πλινθοπερίκλειστο σύστημα, δίχως όμως τη χρήση κάθετων και οριζόντιων τούβλων. Με λειασμένους και ορθογώνιους πωρόλιθους είναι κατασκευασμένες και οι αντηρίδες της νότιας πλευράς.  

Ψηλά στην κεντρικλη κόγχη υπάρχει κυκλικός φεγίτης, που τον φράζει ο εσωτερικός γλυπτός σταυρός μιας τετράγωνης πέτρινης πλάκας, η οποία φέρει ανάγλυφα στολίδια και στις γωνίες τα γράμματα ΙC- ΧC-Ν-Κ. Ο νότιος και ο βορινός τοίχος του κυρίως ναού εμφανίζουν τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο με οριζόντιες σειρές τούβλων μεταξύ των αρμών σε απλές ή διπλέςς γραμμές, καθώς και κάθετα τούβλα. Τα παράθυρα έχουν λίθινα πλαίσια. Είναι όλα μονόλοβα, πλην εκείνου της κεντρικής κόγχης, που είναι τρίλοβο και έχει το μεσαίο λοβό ψηλότερο από τους δυο άλλους. Είναι επίσης μικρό, πλην του κεντρικού της μεσημβρινής πλευράς, που βρίσκεται μέσα σε μαρμάρινο πλαίσιο και έχει πάνωθέ του  ανακουφιστικό τόξο. Στην κορυφή των αντηρίδων βρίσκονταν τοποθετημένα διακοσμητικά πινάκια της Ρόδου.  

Ο ναός είναι από τα μεγαλύτερα σε μέγεθος μνημεία της μεσοβυζαντινής περιόδου τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Πόλη. Το μήκος του μαζί με το νάρθηκα ήταν 18,50 μ. Ο κυρίως ναός είναι σχεδόν τέλειο τετράγωνο (8,60Χ8,50μ.).  

Πάνω στο ξυλόγλυπτο τέμπλο του ήταν τοποθετημένος μεγάλος ξύλινος σταυρός (λείψανα του οποίου σώζονται ακόμα σήμερα) με τον Εσταυρωμένο.  

Το δάπεδο είναι στρωμένο με τετράγωνες πέτρινες πλάκες.  

Το 1950 καταστράφηκε από θύελλα μέρος της στέγης του κυρίως ναού και οι τοιχογραφίες του κυρίως ναού γνώρισαν σκληρή δοκιμασία από τα βρόχινα νερά. Το 1961 έγιναν μικρές επισκευαστικές εργασίες από την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Το 1963 έγιναν ανεπιτυχείς εργασίες καθαρισμού και σταθεροποίησης κάποιων σημαντικών  τοιχογραφιών, καθώς και εμφράξεις των ρωγμών τους .  

β) Χρονολόγηση του ναού  

Ο Παύλος Λαζαρίδης, που μελέτησε επισταμένα το ναό στα 1960 -63, αλλά και πολλοί άλλοι αρχαιολόγοι (Αγγελική Ανδρειωμένου, Π. Βοκοτόπουλος, Koder κ.ά.), χρονολογούν το μνημείο στη μεσοβυζαντινή περίοδο (11ο ή 12ο αιώνα). Ο Χαράλαμπος Μπούρας, το χρονολογεί στους μεταβυζαντινούς χρόνους (16ο αιώνα). Και οι δυο πλευρές επικαλούνται πολλά ναοδομικά γνωρίσματα, που εκφράζουν τις αντίστοιχες εποχές. Ως πιθανότερη θεωρούμε την άποψη να έχει καταστραφεί μερικώς ο βυζαντινός ναός κατά τους χρόνους της Αλώσεως και να ξαναχτίστηκε μετά το 1500, που ήρθαν οι Βορειοηπειρώτες έποικοι και κατοίκησαν την περιοχή.  

 

 γ. Οι τοιχογραφίες  

Στην τέχνη του αγιογράφου της Μονής Δημητρίου Κακαβά μεγάλη επίδραση άσκησε η τεχνική των φορητών εικόνων (περιορισμένα σ' έκταση επίπεδα φωτεινής σάρκας και σκοτεινός προπλασμός). Οι ρυτίδες του μετώπου, οι παρειές, τα γένεια, καθώς και οι τύποι των οσίων θυμίζουν πρότυπα της τέχνης του ΙΣΤ αιώνα.  

Ο Δ. Κακαβάς αντλεί από τη βρυσομάνα της βυζαντινής Παράδοσης, που και τούτον τον αιώνα αντιπροσωπεύει επάξια και σφραγίζει η Κρητική Σχολή. Οι μορφές που εικονίζει είναι λιπόσαρκες, αυστηρές, ασκητικές, "με συνήθως στάσι πλήρους ακινησίας, βυθισμένοι στη βαθειά σιωπή της περισυλλογής και ευσεβείας των". Είναι ζωγράφος με δύναμη στην έκφραση και σαφήνεια στα σχέδια, ικανός να εκλέγει τα χρώματά του και ν' αποδίδει σωστά τις ανατομικές αναλογίες των εικονιζομένων.  

Για την αγιογράφηση του ναού γίνεται λόγος στην εξής επιγραφή που διασώζεται πάνω από το παράθυρο του κυρίως ναού:

(1) ΑΝΙςΟΡΗΘΗ ΚΑΙ ΕΚΑΛΟΠΙΣΘΗ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ςΑΥΡΟΠΗΓΙΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑC ΘΕΟΤΟΚΟΥ  
(2) ΦΕΡΟΝ ΔΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑΝ ΜΕΛΙΝΙΤΖΕC ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΚΑΜΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ     
(3) ΤΟΥ ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΥ ΚΑΡΚΑΒΑC ΤΟΥ ΕΝ ΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΚΑΙ ΕΤΕΛΙΩΘΗ    
(4) ΕΙΣ ΜΗΝΑC ΙΔ' ΜΕ (Ν)ΑΡΤΗΚΑ ΜΕ ΤΕΜΠΛΟΝ ΜΕ ςΑΥΡΟΝ ΜΗΝΙ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΚΑ'  
(5) ΕΤΟΥC  ΖΡΖ' ΙΝΔΙΚΤΙΩΝΟC  ΙΒ'  

Η χρονολογία ΖΡΖ’ σημαίνει 7107  από κτίσεως κόσμου, δηλαδή 1599 μ.Χ.  

Ο Π. Λαζαρίδης διαπίστωσε διαφορές τεχνοτροπίας στην εκτέλεση της αγιογράφησης του β' στρώματος των τοιχογραφιών του Ιερού και εκείνων του κυρίως ναού και σχημάτισε την εντύπωση ότι έχουν γίνει τρείς αγιογραφήσεις: 1) Κατά την παλαιολόγεια εποχή, 2) Κατά τον 16ο αιώνα στην Πρόθεση, στο Ιερό και το Διακονικό και 3) Κατά το 17ο αιώνα στον κυρίως ναό.  

4. Τα κτίσματα γύρω από το Καθολικό    

Μετά την πρόσφατη απομάκρυνση των μπάζων γύρω από το χώρο του παλιού Καθολικού (1993), αποκαλύφτηκαν πολλοί από τούς διάφορους χώρους της Μονής, που ως τότε κανείς δεν υποψιαζόταν. Οι χώροι αυτοί είναι: α) ο νάρθηκας, β) το παρεκκλήσιο στη βορινή πλευρά, γ) ορθογώνιο κτίσμα στη νότια πλευρά, εφαπτόμενο προς το Καθολικό, με άγνωστο προορισμό, δ) το φωτάναμα, ε) η τράπεζα, στ) η εστία, πού ανατολικά συνεχιζόταν με το ζυμωτήριο και το φούρνο, ζ) τα βορδοναρειά, η) τα κελλάρια, θ) τα ισόγεια κελλιά, ι) Οι σκάλες στις τέσσερις γωνιές του αύλειου χώρου, που οδηγούσαν στον πάνω όροφο των κτισμάτων, ια) η είσοδος του μοναστηριού και ιβ) ο πύργος με τη θερμίστρα αριστερά της εισόδου.  

5) Χειρόγραφα βιβλία του μοναστηριού  

Στα 1843 η Μονή παρέδωσε στη νεοσύστατη τότε Εθνική Βιβλιοθήκη σαράντα δύο (42) ογκώδη, πολυσέλιδα και μεγάλου σχήματος χειρόγραφα βιβλία, έντεκα από τα οποία είναι γραμμένα σε περγαμηνές. Για τα χειρόγραφα αυτά βιβλία, που φυλάγονται πράγματι σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη, ο Ιωάννης Σακελλίων γράφει ότι ένα είναι του 10ου αιώνα, τρία του 11ου, ένα του 12ου, δύο του 13ου, τέσσερα του 14ου , δώδεκα του 15ου, δεκάξι του 16ου και τρία του 17ου αιώνα. Περιέχουν ευαγγέλια, ψαλμούς, έργα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Ισαάκ του Σύρου, του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Γρηγορίου του Νύσσης, του Ιππολύτου, του Θεοδώρου του Στουδίτου, του Συμεών του Μεταφραστού, του Αρσενίου, του Ιωάννου του Καρπαθίου, του Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, του Μαξίμου του Ομολογητού, του Μάρκου του μοναχού, του Διαδόχου, του Πρόκλου, του Κασσιανού του Ρωμαίου, του Αντιόχου του μιοναχού, άλλων μοναχών, ασκητών κλπ.

6. Πατριαρχικά σιγίλλια  

Σώζονται δύο πατριαρχικά σιγίλλια της Μονής Μαλεσίνας, ένα του Πατριάρχη Σαμουήλ (1768), πού φυλάγεται στη Βιβλιοθήκη των Παρισίων, και το άλλο του Πατριάρχη Θεοδοσίου Β΄ (1769), πού βρίσκεται στο  Αρχείο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, και πού φωτοαντίγραφό του απεστάλη στο γράφοντα κατόπιν αιτήσεώς του το 1987 με την έγκριση του μακαριστού Οικουμενικού Πατριάρχη κυρού Δημητρίου. Και με τα δύο γίνεται κύρωση των σταυροπηγιακών δικαίων της Μονής και επιβεβαιώνεται η αρχαία σταυροπηγιακή αξία της και τα προνόμιά της.

7. Άγια λείψανα  

Στη Μονή φυλάσσονται  μέσα σε λειψανοθήκες  λείψανα των εξής αγίων: Αγίου Γεωργίου, Αγίου Νικηφόρου, Αγίου Χαραλάμπους, Αγίου Αντωνίου, Αγίας Παρασκευής,  Αγίου Παντελεήμονος, Αγίου Μοδέστου, Αγίας Μαρίνας, Αγίου Ευθυμίου, Αγίου  Δημητρίου, Αγιου Ανδρέου, Αγίου Κηρύκου, Αγίου Αποστόλου Φιλίππου κ. ά.  

Β ι β λ ι ο γ ρ α φ ι κ ά : Περισσότερα για το Μοναστήρι της Μαλεσίνας θα βρεί ο αναγνώστης στις ιστορικές μελέτες του Κώστα Β. Καραστάθη : 1) "Το Βυζαντινό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνας" (αρχικά της Παναγίας Μελινίτσας)", Εκδοση Ιεράςς Μονής Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνας, 1994, και 2) "Μαλεσίνα", Έκδοση του Ομίλου για τη διάσωση του Βυζαντινού Ναού της Ι. Μ. Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνας, 1999).

  Διεύθυνση της Μονής:  
Η Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνας βρίσκεται στο Νομό Φθιώτιδας, κοντά στο  125 χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών Λαμίας.  
Το τηλέφωνο της Ιεράς Μονής είναι:  0233 51292 

Δημοσιεύτηκε στο Αξιοθέατα Με ετικέτα: , ,
Best Travel Deals LLC